01/06/2010
Ομιλία κ. Ιωάννη Σπανουδάκη στο συνέδριο του Ελληνοαμερικαν. Εμπορικού Επιμελητηρίου

Ομιλία του Διευθύνοντος Συμβούλου κ. Ιωάννη Σπανουδάκη στο συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου

ΘΕΜΑ: ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΤΥΧΕΡΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Κυρίες και Κύριοι,
Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, η ΟΠΑΠ Α.Ε. βάση σύμβασης την οποία έχει υπογράψει με το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί το αποκλειστικό δικαίωμα στην οργάνωση, διεξαγωγή, διαχείριση και λειτουργία συγκεκριμένων τυχερών παιχνιδιών. Ένα αποκλειστικό δικαίωμα το οποίο δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, πάνω απ’ όλα για την προστασία του καταναλωτή και την εμπέδωση της δημόσιας τάξης.
Οφείλω να διευκρινίσω – για όσους ενδεχομένως δεν το γνωρίζουν – ότι η ΟΠΑΠ Α.Ε. δεν ασκεί οποιασδήποτε μορφής δημόσια εξουσία, αλλά είναι εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο καθορίζει το ισχύον εθνικό νομοθετικό, κανονιστικό και συμβατικό πλαίσιο στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών στα όρια της ελληνικής επικράτειας. Με άλλα λόγια, με τη σύμβαση παραχώρησης του αποκλειστικού δικαιώματος στην ΟΠΑΠ Α.Ε. διασφαλίζεται η λειτουργία ενός συστήματος ελεγχόμενου και, ως εκ τούτου, ασφαλούς και αξιόπιστου.
Αυτό το νομικό καθεστώς έχει αποδειχτεί, εμμέσως, πλην, όμως σαφώς και αδιαμφισβήτητο, με σειρά αποφάσεών του το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όταν κλήθηκε να αποφανθεί επί προσφυγών για εταιρείες που λειτουργούν υπό αντίστοιχα νομικά καθεστώτα σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα δεν αλλάζει.
Ωστόσο, αλλάζει το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιείται η ΟΠΑΠ Α.Ε., κυρίως λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης και επέκτασης της χρήσης της ηλεκτρονικής, η οποία εδώ και μερικά χρόνια έχει εισβάλει στο χώρο των τυχερών παιχνιδιών σε όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνώς.
Στην κατεύθυνση αυτή έχουν αναπτυχθεί αφενός ο κλάδος των ηλεκτρονικών τυχερών παιγνίων περιορισμένου κέρδους (Video Lotteries Terminals-VLTs), αφετέρου ο κλάδος του στοιχηματισμού ή και παροχής τυχερών παιχνιδιών μέσω διαδικτύου, κλάδοι οι οποίοι κερδίζουν διαρκώς σημαντικά μερίδια της «αγοράς», ενώ ταυτόχρονα προσελκύουν διαρκώς και νέους παίκτες στην «αγορά» των τυχερών παιχνιδιών (μεγέθυνση της αγοράς μέσω διαδικτύου).
Την πραγματικότητα της «δίδυμης» αυτής αλλαγής κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει. Προπαντός, κανείς δεν μπορεί να αφήσει να επεκτείνεται ανεξέλεγκτα, κάτι που συνέβη σε πολλά κράτη – και στη δική μας χώρα, πριν μερικά χρόνια – με προφανείς αρνητικές επιπτώσεις σε οικονομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο.
Η καθολική απαγόρευση διενέργειας ηλεκτρονικών τεχνικών και τυχερών παιχνιδιών περιορισμένου κέρδους εντός της ελληνικής επικράτειας οδήγησε, μάλιστα, προοδευτικά στο de facto άνοιγμα της συγκεκριμένης αγοράς κατά τρόπο απολύτως ανορθόδοξο, καθώς πολλές ξένες εταιρείες, εκμεταλλευόμενες το ελαστικό θεσμικό πλαίσιο που ισχύει σε άλλα κράτη, αλλά και σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. όπου εγκαταστάθηκαν, καθώς, επίσης, τις δυνατότητες τις οποίες τους προσφέρει η τεχνολογία, άρχισαν να παρέχουν εξ αποστάσεως υπηρεσίες ηλεκτρονικών τεχνικών και τυχερών παιχνιδιών στη ελληνική αγορά.
Η απουσία νομοθετικού ρυθμιστικού πλαισίου στη χώρα μας, το οποίο θα καθιστούσε εφικτή τη νόμιμη οργάνωση, λειτουργία, διεξαγωγή και διαχείριση των τεχνικών παιχνιδιών και VLT’s, μπορεί να εδραζόταν σε εύλογες ανησυχίες – τόσο της πολιτείας, όσο και ενός μεγάλου τμήματος των πολιτών – τις οποίες προκαλούν ο εθιστικός χαρακτήρας αυτών των παιχνιδιών και οι εγγενείς κίνδυνοι που συνεπάγονταν για τους πολίτες, ιδίως τους ανήλικους και τις θεωρούμενες ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, ωστόσο, οι ανησυχίες καθίστανται κίνδυνος, όταν η πολιτεία δεν παρεμβαίνει και δεν καθορίζει τα όρια και τη λειτουργία αυτής της πραγματικά ευαίσθητης αγοράς.
Η ελληνική κυβέρνηση, όπως και οι κυβερνήσεις σε πολλά άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με το ίδιο πρόβλημα, προσπάθησε με συνεχείς ελέγχους, με διάφορες διοικητικές πρωτοβουλίες, καθώς και με την επιβολή αυστηρών κυρώσεων, να εμποδίσει την λειτουργία και διάχυση όλων των ηλεκτρονικώς διενεργούμενων ψυχαγωγικών τεχνικών παιχνιδιών, τα οποία – να σημειωθεί – μετατρέπονται ευχερώς σε παράνομα ηλεκτρονικά τυχερά παιχνίδια. Παρά τη γενικευμένη απαγόρευση, οι προσπάθειες απέδωσαν μερικό αποτέλεσμα και αυτό για τον απλούστατο λόγο: η ηλεκτρονική και το διαδίκτυο δεν γνωρίζουν σύνορα.
Και επιπροσθέτως:
Πολλές από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο αυτών των παιχνιδιών διεθνώς, θεώρησαν ότι έχουν κάθε δικαίωμα να ασκούν την επιχειρηματική τους δράση σε κάθε χώρα και οποιαδήποτε παρεμπόδισή τους ισοδυναμεί με παραβίαση των θεμελιωδών ελευθεριών εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών που απολαμβάνουν βάσει της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Είναι γνωστές οι προσφυγές αλλοδαπών εταιρειών στα αρμόδια κοινοτικά όργανα, οι οποίες ζητούσαν την απελευθέρωση της αγοράς των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Και ναι μεν τα κοινοτικά όργανα πολλές φορές έως σήμερα τόνισαν την πρόθεσή τους να μην επέμβουν στην εν λόγω αγορά επί τη βάσει της αρχής της επικουρικότητας και των ευαίσθητων ηθικών, κοινωνικών και πολιτιστικών πτυχών του τομέα, οι οποίες καθιστούν σχεδόν αδύνατη την πανευρωπαϊκή εναρμόνιση της νομοθεσίας περί παιχνιδιών.
Παράλληλα, όμως, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επεσήμανε με διάφορους τρόπους την ανάγκη ρύθμισης της εν λόγω αγοράς σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλισθούν στο μέτρο του αναγκαίου οι θεμελιώδεις ελευθερίες των κοινοτικών παρόχων, με σεβασμό πάντα στη δημόσια τάξη και τις ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους.
Στο πλαίσιο αυτό πολλά ευρωπαϊκά κράτη (Ιταλία, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Σουηδία, Εσθονία και άλλα) προχώρησαν στο ελεγχόμενο άνοιγμα της αγοράς των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών περιορισμένου κέρδους, όπως, επίσης, του στοιχηματισμού μέσω διαδικτύου, με τη θεσμοθέτηση συστημάτων αδειοδότησης με βάση αυστηρά κριτήρια και την πρόβλεψη μηχανισμών διαρκούς εποπτείας και ελέγχου των τερματικών μέσω των οποίων διεξάγεται αυτή η κατηγορία ηλεκτρονικών τυχερών παιγνίων.
Η Ελλάδα καθυστέρησε να κάνει κάτι αντίστοιχο, με συνέπεια - ειδικά όσον αφορά στα ψυχαγωγικά τεχνικά παίγνια – η διαδικασία σε κοινοτικό επίπεδο να καταλήξει στην καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην επιβολή υψηλότατου ημερήσιου προστίμου, έτσι, ώστε, η χώρα μας να εξαναγκαστεί να καταστήσει την εθνική νομοθεσία συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο και σ’ αυτή την ειδικότερη αγορά.
Η αναγκαιότητα να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση για τις υπαρκτές, πλέον, νέες «αγορές» των τυχερών παιχνιδιών, είναι «εκ των ων ουκ άνευ». Όποιος επιμένει σε αντίθετη άποψη, θα μου επιτρέψετε να πω πως εθελοτυφλεί!

Κυρίες και Κύριοι,
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση θα υπηρετήσει και τον μείζονα αυτή την περίοδο στόχο της αύξησης των εσόδων του κράτους. Δεν έχουν άδικο, αφού από την ανεξέλεγκτη και επί μακρό χρονικό διάστημα λειτουργία αυτών των «αγορών» η απώλεια χρηματικών ποσών από τους πολίτες που επιθυμούν να συμμετέχουν σ’ αυτά τα παιχνίδια, καθώς και η απώλεια φορολογικών εσόδων για το ελληνικό κράτος, είναι εξαιρετικά σημαντική.
Εμείς, στην ΟΠΑΠ Α.Ε., υποστηρίζουμε ότι από την ανεξέλεγκτη δραστηριοποίηση εταιρειών σ’ αυτές τις, παράλληλες με τη δική μας, «αγορές», πλήττονται τα συμφέροντά μας. Και έχουμε ασφαλώς δίκιο.
Το ζήτημα, όμως, για εμάς είναι πέρα από τα στενά οικονομικά όρια: είναι κοινωνικό.
Θεωρούμε ότι ευαίσθητες «αγορές», όπως αυτές των τυχερών παιχνιδιών, δεν μπορούν να λειτουργούν δίχως κανόνες και φραγμούς, δίχως τον συστηματικό και αδιάλειπτο κρατικό έλεγχο. Κάθε εταιρεία που επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί σ’ αυτό τον χώρο θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας και έλεγχο.
Τον έλεγχο αυτό υφιστάμεθα εμείς όλα τα χρόνια λειτουργίας μας. Και ορθώς τον υφιστάμεθα.
Ζητάμε το ίδιο να ισχύσει και σε κάθε ανάλογη περίπτωση. Ζητάμε να δημιουργηθεί ένα θεσμικό καθεστώς, αλλά και ένας κεντρικός μηχανισμός ελέγχου της λειτουργίας των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών.
Κάποιοι μας κατηγορούν ότι με αυτό τον τρόπο ανοίγουμε «κερκόπορτα» αφενός σε βάρος των συμφερόντων της εταιρείας μας, αφετέρου για την ταχύτατη διείσδυση του ηλεκτρονικού τζόγου στη χώρα μας.
Θα μου επιτρέψετε να πω πως εθελοτυφλούν οι κατήγοροί μας. Εκτός αν – όπως προείπα – σε άλλα στοχεύουν: για παράδειγμα, στη συνέχιση της απαράδεκτης, από κάθε άποψης, ανεξέλεγκτης λειτουργίας της «αγοράς» ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Ο κλάδος των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών περιορισμένου κέρδους, των ψυχαγωγικών τεχνικών παιχνιδιών και του στοιχηματισμού μέσω του διαδικτύου, είναι μια διαδεδομένη πραγματικότητα στη χώρα μας και δεν πρόκειται αυτό να αλλάξει, όσο και αν κανείς προσπαθήσει να την απαγορεύσει.
Επιθυμούμε – και το έχουμε υπογραμμίσει με κάθε ευκαιρία και προς κάθε κατεύθυνση – ένα σύστημα αδειοδότησης και κεντρικής εποπτείας με βάση κριτήρια και διαδικασίες προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες των επιμέρους κατηγοριών των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Θέλουμε σ’ αυτό το σύστημα να συμμορφώνονται όλοι οι ανάδοχοι και όλοι οι συνεργαζόμενοι με αυτούς πάροχοι, έτσι, ώστε να αποτρέπεται η μετατροπή των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων σε παράνομα ηλεκτρονικά τυχερά παίγνια.
Έχουμε υποστηρίξει ότι είναι αναγκαίο, εκτός από το «γράμμα του νόμου», να δημιουργηθεί ενιαίο κεντρικό σύστημα συνεχούς εποπτείας και ελέγχου όλων των διεξαγόμενων ηλεκτρονικών παιγνίων από έναν και τον αυτό φορέα, ο οποίος μπορεί να είναι η Επιτροπή Εποπτείας Παιγνίων, η οποία θα αναλάβει διευρυμένες ρυθμιστικές, κυρωτικές, κανονιστικές και εποπτικές αρμοδιότητες.
Θέλουμε μέσα από ένα σύστημα αδειοδότησης που θα καθιερωθεί για καθεμία κατηγορία ηλεκτρονικών παιχνιδιών να διασφαλιστεί η οικονομική ελευθερία των παρόχων, αλλά και η ελευθερία των καταναλωτών να επιλέξουν τον πάροχο, με απώτερο στόχο την προσφορά καλύτερων και πιο οικονομικών υπηρεσιών ηλεκτρονικών παιχνιδιών προς όφελος των πολιτών και της ελληνικής πολιτείας.
Θέλουμε το κατακερματισμένο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου, εποπτείας και διαχείρισης των τυχερών παιχνιδιών στην χώρα μας, αλλά και οι στρεβλώσεις που έχουν προκληθεί απ΄ αυτό, οι οποίες οδήγησαν στην καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – συγκεκριμένα όσον αφορά στα ψυχαγωγικά τεχνικά παιχνίδια – να αρθεί και να καταστεί απολύτως σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο και όσα ισχύουν σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε..
Θέλουμε να ασκηθεί μια περιοριστική πολιτική στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με το ελεγχόμενο άνοιγμα της αγοράς.
Θέλουμε περιορισμένη (από πλευράς αναδόχων, παροχών, σημείων πώλησης και αριθμού τερματικών συσκευών ανά σημείο πώλησης) διείσδυση των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών περιορισμένου κέρδους στην ελληνική επικράτεια.
Θέλουμε έλεγχος των προσφερόμενων ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών ώστε να αποτραπεί ο εθισμός των πολιτών σ’ αυτά.
Και βεβαίως, θέλουμε να αποτραπεί η εκμετάλλευση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών για εγκληματικούς σκοπούς (π.χ. παράνομο στοίχημα, απάτη, φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), όπως και διασφάλιση της διεξαγωγής των ηλεκτρονικών παιχνιδιών σε ασφαλές για τους πολίτες πλαίσιο.
Ακόμη, προσβλέπουμε σε ένα νομοθετικό πλαίσιο το οποίο θα προασπίζει τη δημόσια τάξη, θα εμπεδώνει τη νομιμότητα και την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής ειρήνης, θα εξασφαλίζει σημαντικά έσοδα στο Ελληνικό Δημόσιο, θα διασφαλίζει τη χρηματοδότηση κοινωνικών δράσεων, όπως συμβαίνει με τη λειτουργία της ΟΠΑΠ Α.Ε..

Κυρίες και Κύριοι,
Μέσα από ένα ξεκάθαρο νομοθετικό πλαίσιο, όπως το περιέγραψα, η ΟΠΑΠ Α.Ε. θα επιδιώξει να εισέλθει και στις νέες «αγορές» που αναπόφευκτα θα λειτουργήσουν στο εξής καις τη χώρα μας.
Και θα το πράξουμε με την απόλυτη πεποίθηση ότι είμαστε ως εταιρεία απολύτως ανταγωνιστική απέναντι σε κάθε άλλη ελληνική ή διεθνή εταιρεία που θα επιδιώξει να εισέλθει στον τομέα, αλλά και γιατί πιστεύουμε ότι η παρουσία μας στο χώρο, θα ενισχύσει την οικονομική θέση μας, αλλά και θα αποτελέσει ένα πρόσθετο δεδομένο εγγύησης καλής λειτουργίας του κλάδου.
Σας ευχαριστώ.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΑΠ Α.Ε.